ΚΟΡΦΙΑΤΙΚΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ
Πρώτο μέρος «Χριστούγεννα»…
Λίγες ημέρες πριν τα Χριστούγεννα, στις 21Δεκεμβρίου, έχουμε το χειμερινό ηλιοστάσιο. Η μεγαλύτερη νύχτα και η μικρότερη ημέρα του χρόνου.Οι άνθρωποι πάντοτε ένοιωθαν τον φόβο να τους κυριεύει από το φυσικό δύσκολο χρόνο του τέλους του φθινοπώρου και της αρχής του χειμώνα. Κρύο, άσοδα χρόνια, αλεπούδες ρήμαζαν τα κοτετσια,ποντικοί κατάτρωγαν τις αποθήκες τους, μυγίτσες κατέστρεφαν τα όσπριά τους χρέη "τσου αρχόντους". Το βράδυ, λοιπόν, του ερχομού της αγάπης, η ελπίδα μεγάλωνε, γιατί το σκοτάδι μειώνεται, έρχεται το φως,ο ζωοδότης Χριστός διώχνει τον φόβο και σε τέτοιες χαρούμενες ημέρες,έρχεται και ο νέος χρόνος, ελπιδοφόρος.
Στα χωριά ο "Κόρος" (χορωδία), είχε και πάλι την "τιμητική του". Αποτελούσε κάτι το ξεχωριστό, αφού με την παρουσία του, πρόσδιδε ιδιαίτερη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια στην λειτουργία, όπως και στις άλλες εκδηλώσεις, την παραμονή και ανήμερα τον εορτών. Συνηθιζόταν δε, να μαζεύονται στα καφενεία, από τις παραμονές των εορτών, οι άνδρες του χωριού και παρέες- παρέες, να τραγουδούν καντάδες. Απ' αυτούς, επιλεγόταν αυτοί που διέθεταν την καλύτερη φωνή και σχημάτιζαν τον "κόρο". Σκοπός του ήταν, όχι μόνο να συμμετάσχει, ανελλιπώς, σε όλες τις λειτουργίες τον Δωδεκαημέρου, αλλά και να τραγουδά τα Κάλαντα, καθώς και τραγούδια ή καντάδες, πάντα, με την συνοδεία, του βιολιού και της κιθάρας η (ακαπέλα).
Στην Κέρκυρα, από τα πολύ παλιά χρόνια, συνήθιζαν την περίοδο των εορτών να σφάζουν τα χοιρινά και απο αυτά έτρωγαν οι Κερκυραίοι στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Τα χοιρινά, τα έβραζαν ή τα έψηναν οι κρεοπώλες και οι μπακάληδες. Μετά, με ειδική μαεστρία και δίχως να τα καταστρέψουν, άνοιγαν σε όλη τους την επιφάνεια τρύπες και τοποθετούσαν στην κάθε μια και από ένα κουφέτο. Έτσι στολισμένα, τα πλαισίωναν με μυρτιές και τα κρεμούσαν με γάντζους, μέσα στα μαγαζιά τους, που λάμβαναν εορταστική ατμόσφαιρα και δημιουργούσαν τον καθεαυτό διάκοσμο της εορταστικής περιόδου. Εκεί πουλούσαν και τον "σούγο" του ψητού, για να "κοντσάρει" ο κόσμος τα μακαρόνια...
Με τo σφάξιμο των χοιρινών, μάζευαν το αίμα, για να μη πάει χαμένο και έφτιαχναν τα "μπουρντουνια", που τηγάνιζαν και πουλούσαν "τσι ώρας". Ήταν λοιπόν το "μπουρντούνι", ένα νόστιμο έδεσμα αυτής της περιόδου, που με τον καιρό, επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον χρόνο.
Με την εμφάνιση της γαλοπούλας, κατά την περίοδο των Άγγλων, σιγά-σιγά, αυτό ατόνησε και τα Χριστούγεννα, επικράτησε η αγγλική συνήθεια να τρώγεται η γαλοπούλα, που πολλοί την συνόδευαν και με την λεγόμενη μουστάρδα "Chatney". Ήταν δε αυτή, σκόνη μουστάρδας, ανακατεμένη με μαρμελάδα κυδωνιού και είχε, γεύση, γλυκιά. Σε πολλά σπίτια την έφτιαχναν, οι ίδιες οι νοικοκυρές, προπολεμικά, όμως, την πωλούσαν και έτοιμη, τα μεγάλα ζαχαροπλαστεία εκείνης της εποχής, όπως της "Μαντίνας" και του "Πάπαγιόργη".
Τις παραμονές των εορτών και ιδιαίτερα, των Χριστουγέννων, ερχόταν από τα χωριάοι"Κανταδόροι", με βιολιά και κιθάρες και τραγουδούσαν τα Κερκυραϊκά Κάλαντα"Χριστούγεννα. Πρωτούγεννα, που ο Χριστός γεννάται...".
Το ίδιο γινόταν και με τα παιδιά, τα οποία έψελναντα κάλαντα, συνήθως "α καπέλα" ή με την συνοδείατου "σονέτου", αλλά και με αυτοσχέδια όργανα (Τότε το "τρίγωνο" δεν είχε ακόμα "εισέλθει" στην ζωή μας). Αυτά, όταν πήγαιναν να τα πουν στα σπίτια τον ιερέων, πέρα από τα "παινέματα", έλεγαν πρώτα, άλλα, μακροσκελή κάλαντα, που
αφορούσαν τον παπά: " Άστα πάνω δέσποτα και νίψε τα μαλλιά σου, βάλε το καλυμμαύκι σου, σύρε στην εκκλησιά σου»" και μετά τα κανονικά της εορτής.
Οι Φιλαρμονικές, από τα ξημερώματα, χωρισμένες σε ομάδες, συνήθιζαν να παίζουν τα κάλαντα στα σπίτια των συνδρομητών τους, που τους περίμεναν οικογενειακά και τους πρόσφεραν, εκτός από τον "οβολό" και ένα καλό "τραταμέντο". Με το σούρουπο, το κάθε Μουσικό Σώμα, τα έπαιζε στις Αρχές και στο τέλος στις Διοικήσεις τους, αμοιβαία.
Στην πλατεία Θεοτόκη, στο Σαρόκο, υπήρχε ηαγορά από τα "γάλικα", καθώς και "μπάγκοι"μεκρεατικά, στα δε μπακάλικα το εύγεστο "νούμπουλο" και μυρωδάτο ¨σαλάδο" (σαλάμι).Τα κύρια γλυκίσματα ήταν, το "γλυκό του κουταλιού" και οι κουραμπιέδες, που συνήθως έκαναν οι νοικοκυρές, καθώς και το μαντολάτο και η
πουτίγκα, που φρόντιζαν να αγοράσουν. Αμφότερα, τα "τράταραν" με ένα σπιτικό λικέρ ή με ένα "κονιάκου". Απαραίτητη, όμως ήταν η αγορά της αφράτης "φογάτσας" και από ταάλλα ζαχαροπλαστεία των "Στράτη", "Παπαδάτου", "Κρόκου", και "Ρούση". Τότε το Χριστόψωμο ήταν για την Κέρκυρα ασυνήθιστο, όπως και τα μελομακάρονα. Η προμήθεια, επίσης, από τα διάφορα οινοπωλεία, στα"Ψαράδικα", στο "Καντούνι του Μπίζη" στην"Οβριακή" κ.α. κάποιων "καρτούτσων""μπρούσκου" κρασιού, στο "μποτσόνι", που θασυνόδευε το εορταστικό τραπέζι, αποτελούσε και αυτή, μέριμνα δεδομένη.
Από τα πολύ παλαιά χρόνια, οι κάτοικοι του νησιού μας, στην πόλη και στα χωριά, την περίοδο του Δωδεκαημέρου, στόλιζαν το σπίτι τους με κλαριά από διάφορα φυτά, που το καθένα απ' αυτά συμβόλιζε κάτι. Η ελιά την ειρήνη και την καρποφορία, το κυπαρίσσι την υγεία, το πεύκο και το πουρνάρι, με τααγκαθωτά τους φύλλα, έδιωχναν το κακό, ο σκίνος πάλι για την υγεία, αλλά και για να διώχνει "τσου καλλικατζάρους" ή "παγανά", όπως τα έλεγαν ακόμα και μεταπολεμικά (Η λέξη "παγανά" έχει σχεδόν ξεχαστεί και προέρχεται από τον αρχαίο παγανισμό και την ειδωλολατρία.
Αργότερα, επικράτησε η συνήθεια να στολίζουν τα κλαριά τους με πορτοκάλια, μανταρίνια και ρόδια.Σιγά-σιγά ήλθε στην ζωή μας το κυπαρίσσι, ενώ στα τέλη του 20ου αιώνα και το έλατο. Το Χριστουγεννιάτικο Δένδρο ήταν τότε, κάτι το άγνωστο, όπως άγνωστο υπήρξε για την Κέρκυρα και "το καράβι" - Μόλις, στις αρχές του 20ου αιώνα άρχισαν να εμφανίζονται την περίοδο των Χριστουγέννων κάποια στεφάνια, που διακοσμούσαν, κυρίως, το εσωτερικό των οικονομικά εύρωστων,οικογενειών. Η συνήθεια του στολίσματος του δένδρου άρχισε πολύ αργότερα και σταδιακά.
Σαν Χριστουγεννιάτικο Δένδρο στην Κέρκυρα, χρησιμοποιούσαν το κυπαρίσσι, που συνήθως το στόλιζαν με μπαμπάκι, μικρές χρωματιστές κορδέλες,κουκλάκια, καρύδια και φουντούκια τυλιγμένα σε χρωματιστά ψιλά χαρτιά αλουμινίου
ζαχαροπλαστικής κλπ. Το ίδιο έκαναν και με τα κυπαρισσόμπαλα , ενώ πολλοί το πλαισίωναν και με κεριά (πριν έλθουν οι μπάλες και τα φωτάκια).
Λόγω του επηρεασμού της Κέρκυρας από τα Δυτικά πρότυπα, στο κάτω μέρος του δένδρου, συνηθιζόταν να γίνεται απαραίτητα, η αναπαράσταση της Γέννησης, η Φάτνη, συνήθεια που εξακολουθεί να τηρείται μέχρι και σήμερα...
Μία από τις πολλές προλήψεις που συναντάμε, για τα Χριστούγεννα στην Κερκυραϊκή λαογραφία, είναι η ακόλουθη: "Καλικάτζαρος θα γεννηθεί το παιδί, αν γεννηθεί την ημέρα των Χριστουγέννων". Γι' αυτό και συνιστούσαν στα ανδρόγυνα ν' αποφεύγουν την γενετήσια πράξη την ημέρα του Ευαγγελισμού.
Πίστευαν, πως όλη την περίοδο οι καλικάτζαροι, είναι οι κυρίαρχοι της νύχτας και της υπαίθρου, πως ζηλεύουν και εχθρεύονται την οικογενειακή ζωή. Κάθε νύχτα τριγυρίζουν έξω από τα σπίτια, μολύνουν ότι βρουν εκεί και πως μετά προσπαθούν να μπουν στο σπίτι. Γι' αυτό οι νοικοκυρές, πριν ακόμα σκοτεινιάσει, φρόντιζαν να μαζεύουν τα "σκουτιά", τα "αγγειά" και ότι ήταν απαραίτητο και χρειαζούμενο στο σπίτι.
Τα θεωρούσαν δαιμονικά όντα, που έρχονταν στην γή από την παραμονή των Χριστουγέννων, έως τα Θεοφάνια κάνοντας ζαβολιές και θορύβους. Σύμφωνά με την δοξασία την περίοδο του Δωδεκαημέρου, που τα νερά είναι αβάπτιστα, βγαίνουν από την γη, τώρα που ο χριστός είναι και εκείνος αβάπτιστος. Ολόκληρο τον χρόνο, με πριόνια, τσεκούρια κ.α, προσπαθούν να κόψουν το δέντρο που βαστάει την γη. Κόβουν ,κόβουν ,μέχρι που έχει μείνει πολύ λίγο για να κοπεί. Έτσι έρχονται τα Χριστούγεννα, και επειδή βαριόνται, ανεβαίνουν πάνω στην γη, πιστεύοντας πως θα κοπεί από μόνο του. Τα Θεοφανία που γυρίζουν το βλέπουν ακέραιο και άκοπο, και έτσι πάλι ξεκινούν να το κόβουν ,και πάλι έρχονται τα άλλα Χριστούγεννα και πάλι από την αρχή.
Έτσι, το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων άναβαν την φωτιά του Δωδεκαημέρου, που απαραίτητα έπρεπε να καίει ασταμάτητα ως την ημέρα του Αγιασμού των υδάτων. Μόλις άναβε καλά η φωτιά, έπαιρναν ένα καρβουνιασμένο ξυλαράκι και έκαναν σταυρούς, πάνω στις πόρτες και στις"φανέστρες". Αυτό το τελευταίο για να μη μπουν τα παγανά στο σπίτι.
Αν κάποιος βραδυπορούσε να έλθει, το βράδυ στο σπίτι, έπρεπε να έχει μαζί του σπίρτα, πρώτα να τα ανάψει και μετά να ανοίξει την πόρτα ή να ανάψει το τσιγάρο του ή να σκαλίσει την "στια" στην "ωγνίστρα", "μηνίπως και εμπούνε μέσα ταπαγανά".
Αναγκαίος όμως, ήταν στην συνέχεια, για προστασία, ο εξαγνισμός του με την φωτιά.
Πιστεύεται, επίσης ότι η στάχτη στο "παραγώνι",από τα ξύλα που καίονται κατά την διάρκεια του δωδεκαήμερου (Χριστούγεννα - Θεοφάνια),είναι δραστική για τρία από τα έντομα που προσβάλλουν το αμπέλι: τον "σκάθαρο" (ρυγχίτη), την "λάλα"(κάμπια) και τον "μόστακα" (ακρίδα).
Στην Κερκυραϊκή ύπαιθρο, η ημέρα της γέννησης το Θεανθρώπου εορταζόταν και εκεί με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Από ενωρίς το πρωί, όλοι, φορώντας τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησία. μετά το τέλος της οποίας, πρώτος ο ιερέας και στην συνέχεια οι άλλοι, αντάλλαζαν ευχές. Στην συνέχεια πήγαιναν σπίτι όπου το εορταστικό τραπέζι και στα μεγάλα χωριά, αν ο καιρός το επέτρεπε, γινόταν στην πλατεία χορός, που συμμετείχαν όλοι. Η λέξη "ρεβεγιόν" τότε δεν υπήρχε ...